Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

displacement current


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο displacement παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: current
  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
displacement n(act of displacing)εκτοπισμός ουσ αρσ
  εκτόπιση ουσ θηλ
 (από κάτι άλλο)αντικατάσταση ουσ θηλ
 As science progresses, it is natural to see the displacement of old theories by new ones.
 Όσο η επιστήμη προχωράει, είναι φυσικό να παρατηρείται η αντικατάσταση παλαιότερων θεωριών από νέες.
displacement n(people: exile, migration)μετατόπιση ουσ θηλ
  εκτοπισμός ουσ αρσ
 The war has resulted in displacement of the area's inhabitants.
 Ο πόλεμος είχε ως αποτέλεσμα τον εκτοπισμό των κατοίκων της περιοχής.
displacement n(psychology: transference of feelings to [sb] or [sth] else) (ψυχολογία)μετάθεση ουσ θηλ
 The psychologist told Tom that his annoyance at small problems was actually displacement of his justifiable anger towards his boss.
 Ο ψυχολόγος είπε στον Τομ πως ο εκνευρισμός του για μικρά προβλήματα στην πραγματικότητα αποτελεί μετάθεση του δικαιολογημένου θυμού του προς το αφεντικό του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
displacement,
engine displacement
n
(piston stroke: volume of space)διαδρομή ουσ θηλ
displacement n(submerged object displacing liquid)εκτόπισμα ουσ ουδ
 The ship has a displacement of 50,000 tons.
displacement n(physics: geometrical relation)μετατόπιση ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση displacement current στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «displacement current».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!